αντιπαράθεση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αντιπαράθεση | οι | αντιπαραθέσεις |
| γενική | της | αντιπαράθεσης* | των | αντιπαραθέσεων |
| αιτιατική | την | αντιπαράθεση | τις | αντιπαραθέσεις |
| κλητική | αντιπαράθεση | αντιπαραθέσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αντιπαραθέσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αντιπαράθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντιπαράθε(σις) + -ση < ἀντιπαρατίθημι < ἀντί + παρατίθημι < παρά + τίθημι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /an.di.paˈɾa.θe.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐ντι‐πα‐ρά‐θε‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αντιπαράθεση θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντιπαραθέτω
- η παρουσίαση ή η αναφορά μιας αντίθετης άποψης ή επιχειρήματος
- ※ Ο Ίστμαν σχολίαζε την παραδοξότητα της αντιπαράθεσης εναντίον ενός εχθρού, με τον οποίο την επομένη μπορεί να συμβίωνες αρμονικά ή να συνεργαζόσουν (Λουκιανός Χασιώτης, «Γεια σας, εγγλεζάκια!» Βρετανοί στρατιώτες στην Ελλάδα 1941-45, 2019)
- ※ Οξύτατη αντιπαράθεση στη Βουλή, αλλά και σοβαρές καταγγελίες, σχετικά με τη διάθεση των κονδυλίων του ΟΠΑΠ για τη χρηματοδότηση σωματείων (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τόμ. 2378-2380, 1999, σελ. 33)
- ≈ συνώνυμα: αντιπαράταξη, (αντίθεση)
- η παρουσίαση ή η αναφορά με σειρά κάποιων πραγμάτων, ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση
- η παρουσίαση ή η αναφορά μιας αντίθετης άποψης ή επιχειρήματος
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τις λέξεις αντιπαραθέτω, παραθέτω και θέτω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αντιπαράθεση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αντι- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)