conflict
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| conflict | conflicts |
conflict (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | conflict |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | conflicts |
| αόριστος | conflicted |
| παθητική μετοχή | conflicted |
| ενεργητική μετοχή | conflicting |
conflict (en)