διαφοροποιώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαφοροποιώ < διάφορος + ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική différencier)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαφοροποιώ (παθητική φωνή: διαφοροποιούμαι)

  1. κάνω κάτι διαφορετικό από κάτι άλλο
  2. δηλώνω ότι έχω διαφορετική τοποθέτηση σε ένα ζήτημα σε σύγκριση με ενός ή πολλών άλλων
    Παρακαλώ, εγώ θα ήθελα να διαφοροποιηθώ επ' αυτού
    Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης διαφοροποιήθηκαν σαφέστατα όσον αφορά στο επίμαχο άρθρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]