Μετάβαση στο περιεχόμενο

pass on

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας pass on
γ΄ ενικό ενεστώτα passes on
αόριστος passed on
παθητική μετοχή passed on
ενεργητική μετοχή passing on

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pass on <  δείτε τις λέξεις pass και on

pass on (en)

  • περνάω, μεταδίδω, δίνω κάτι σε κάποιον άλλο, ειδικά αφού το παραλάβω ή το χρησιμοποιήσω μόνος σου
    παράδειγμα  Read it and pass it on to your friends.
    Διάβασε το και πέρασε το στους φίλους σου.
    παράδειγμα  The teacher is passing on to his students the love of knowledge.
    Ο δάσκαλος μεταδίδει στους μαθητές του την αγάπη για τη γνώση.
    παράδειγμα  I passed on to you exactly the information they told me.
    Σου μετέδωσα ακριβώς τις πληροφορίες που μου είπαν.