υπερβαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερβαίνω < υπέρ + βαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɛɾ.ˈvɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υπερβαίνω

  1. πετυχαίνω το κάτι παραπάνω, ξεπερνώ, υπερνικώ, υπερβάλλω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]