Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


      ενικός         πληθυντικός  
leave leaves

leave (en)

  • άδεια (απουσίας από την εργασία)
    She has a three months leave.
    Έχει άδεια τριών μηνών.



ενεστώτας leave
γ΄ ενικό ενεστώτα leaves
αόριστος left
παθητική μετοχή left
ενεργητική μετοχή leaving
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

leave (en)

  1. αφήνω
    We left the mail in the drawer.
    Αφήσαμε την αλληλογραφία μέσα στο συρτάρι.
  2. φεύγω
    They came at noon and left at midnight.
    Ήρθαν το μεσημέρι κι έφυγαν τα μεσάνυχτα.
    He left Rome for Paris.
    Έφυγε από τη Ρώμη για το Παρίσι.
     συνώνυμα: come out, get outdash, depart, exit και go
  3. εγκαταλείπω
  4. (μεταβατικό, be/have left) απομένω, υπολείπομαι
    You are the only friend I have left.
    Είσαι ο μόνος φίλος που μου απόμεινε.
    We have nothing left.
    Δεν μας έχει απομείνει τίποτα.
    How much money is left?
    Πόσα χρήματα έχουν απομένει;
    There is nothing left for me to do.
    Δεν μου απομένει να κάνω τίποτα.
    There are ten days left until Easter.
    Υπολείπονται δέκα μέρες ως το Πάσχα.
    There is a lot left to be done.
    Πολλά υπολείπονται να γίνουν.
     συνώνυμα: remain



Δείτε επίσης[επεξεργασία]