Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

depart (en)

  1. (αμετάβατο) φεύγω, αναχωρώ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: go, go away, leave, part, pull up stakes, start, start out, set forth, set off, set out, take off, take leave, quit
  2. (μεταβατικό) φεύγω από κάπου, αφήνω
    he departed Athens
    he departed this life (εννοείται: πέθανε)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: leave
  3. (αμετάβατο), (μεταφορικά) πεθαίνω, χάνομαι
  4. απέχω, αποκλίνω (διαφέρω από το συνηθισμένο)
    The show departs from the usual sitcom formula in several ways.
    • παρεκκλίνω από όρους συμφωνίας, μια τυπική διαδικασία, κλπ.
      If you depart from the terms of this agreement, you may be held liable.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: deviate, digress, diverge, sidetrack, straggle, vary

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]