Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


depart (en)

  1. (αμετάβατο) φεύγω, αναχωρώ
     συνώνυμα: go, go away, leave, part, pull up stakes, start, start out, set forth, set off, set out, take off, take leave, quit
  2. (μεταβατικό) φεύγω από κάπου, αφήνω
    he departed Athens
    he departed this life (εννοείται: πέθανε)
     συνώνυμα: leave
  3. (αμετάβατο), (μεταφορικά) πεθαίνω, χάνομαι
  4. απέχω, αποκλίνω (διαφέρω από το συνηθισμένο)
    The show departs from the usual sitcom formula in several ways.
    • παρεκκλίνω από όρους συμφωνίας, μια τυπική διαδικασία, κλπ.
      If you depart from the terms of this agreement, you may be held liable.
     συνώνυμα: deviate, digress, diverge, sidetrack, straggle, vary