set off

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Αγγλικά (en) [edit]

ενεστώτας set off
γ΄ ενικό ενεστώτα sets off
αόριστος set off
παθητική μετοχή set off
ενεργητική μετοχή setting off

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

set off < → δείτε τις λέξεις: set και off

Open book 01.svg Ρήμα[edit]

set off (en)

  1. ενεργοποιώ
  2. ξεκινώ, συμψηφίζω