off
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]off (en) (χωρίς παραθετικά)
- χρησιμοποιείται για να πει ότι κάτι αφαιρέθηκε ή χωρίστηκε
He shaved his beard off.
- Ξύρισε τα γένια του.
Take your coat off.
- Βγάλε το παλτό σου.
The label must have fallen off.
- Η ετικέτα θα έπεσε.
Don't leave the toothpaste with the top off (=open).
- Μην αφήνεις την οδοντόκρεμα με το καπάκι ανοιχτό.
- κλειστός, που δεν λειτουργεί
Before you go, make sure all the lights are off.
- Πριν φύγεις σιγουρέψου ότι όλα τα φώτα είναι κλειστά.
The radio is off.
- Το ράδιο είναι κλειστό.
- μακριά από ένα μέρος· σε απόσταση στο χώρο ή στο χρόνο
Easter/London is not far off.
- Το Πάσχα/Το Λονδίνο δεν είναι μακριά.
Vacation is not very far off.
- Οι διακοπές δεν απέχουν πολύ.
The city is five miles off.
- Η πόλη απέχει πέντε μίλια.
It’s a ways off.
- Απέχει πολύ.
He is off to New York.
- Έχει πάει στη Νέα Γόρκη.
Off we go!
- Φύγαμε/Πάμε!
- άδεια, αδειούχος, εκτός δουλειάς ή καθήκοντος
She is off today.
- Είναι σε άδεια σήμερα./Έχει άδεια σήμερα.
How many days off did you take?
- Πόσες μέρες πήρες άδεια;
I've got three days off next week.
- Έχω τρεις μέρες άδεια την επόμενη εβδομάδα.
Employees are entitled to one month of vacation off.
- Οι υπάλληλοι δικαιούνται να πάρουν ένα μήνα άδεια διακοπών.
Many employees are off during the summer months.
- Πολλοί υπάλληλοι τους θερινούς μήνες είναι αδειούχοι.
- ξεκινάω μία κούρσα
They’re off! (=the race has begun)
- Ξεκίνησαν! (=άρχισε η κούρσα)
- που έχει έκπτωση
All shirts are 10 percent off.
- Όλα τα πουκάμισα έχουν έκπτωση 10%.
They give 5% off for cash payments.
- Δίνουν έκπτωση 5% για πληρωμές τοις μετρητοίς.
- ακυρώνομαι, δεν θα γίνω
The concert is off due to thunderstorms.
- Η συναυλία ακυρώθηκε λόγω καταιγίδων.
The wedding is off.
- Ο γάμος δεν θα γίνει.
- έξω, που δεν είναι σωστό ή ακριβές, είναι λάθος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πρόθεση
[επεξεργασία]off (en)
- από, κάτω ή μακριά από ένα μέρος· σε απόσταση στο χώρο ή στο χρόνο
I fell off the ladder.
- Έπεσα από τη σκάλα.
The ball rolled off the table.
- Η μπάλα κύλησε από το τραπέζι.
Cut another slice off the loaf.
- Κόψε άλλη μια φέτα από το καρβέλι.
He lost control of the car and fell off the cliff.
- Έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έπεσε από τον γκρεμό.
They were still 100 meters off the summit.
- Ήταν ακόμα 100 μέτρα μακριά από την κορυφή.
It’s an island off the coast of Spain.
- Είναι ένα νησί στα ανοιχτά των ακτών της Ισπανίας./Είναι ένα νησί σε απόσταση από τις ακτές της Ισπανίας.
Keep off the grass!
- Μην πατάτε/Μην πλησιάζετε το γρασίδι!
Easter/London is not far off.
- Το Πάσχα/Το Λονδίνο δεν είναι μακριά.
Scientists are still a long way off from finding a cure.
- Οι επιστήμονες απέχουν ακόμα πολύ από το να βρουν μια θεραπεία.
It is not far off.
- Δεν απέχει πολύ.
- από, χρησιμοποιείται για να πει ότι κάτι έχει αφαιρεθεί
I am taking a door off its hinges.
- Βγάζω μια πόρτα από τους μεντεσέδες του.
You need to take the top off the bottle first!
- Πρέπει να βγάλεις το καπάκι από το μπουκάλι πρώτα!
I want about an inch off the back of my hair.
- Θέλω περίπου μια ίντσα από την πίσω πλευρά των μαλλιών μου.
- η άδεια, είμαι εκτός δουλειάς ή καθήκοντος
He’s had ten days off school.
- Έχει πάρει δέκα μέρες άδεια από το σχολείο.
- από την τιμή, κάνω έκπτωση στην τιμή
Can you take anything off the price?
- Μπορείς να κόψεις τίποτα από την τιμή;
We’ll take twenty euros off the price.
- Θα κάνουμε έκπτωση είκοσι ευρώ στην τιμή.
- κοντά σε, λίγο πιο πέρα από, που συνδέεται με κάτι, που οδηγεί μακριά από κάτι, για παράδειγμα έναν δρόμο ή ένα δωμάτιο
We live off Main Street. (=We live on a street which starts at Main Street.)
- Μένουμε κοντά στον Κεντρικό Δρόμο./Μένουμε λίγο πιο πέρα από τον Κεντρικό Δρόμο. (=Μένουμε σε έναν δρόμο που ξεκινά από τον Κεντρικό Δρόμο.)
It’s a back road off the main road.
- Είναι ένα δρομάκι που ξεκινάει από το κύριο δρόμο.
There’s a bathroom off the main bedroom.
- Υπάρχει ένα μπάνιο που συνδέεται με την κύρια κρεβατοκάμαρα.
- (ανεπίσημο) από κάποιον ή κάτι
I got it off a website somewhere.
- Το βρήκα από κάποιον ιστότοπο κάπου.
- έχω κόψει κάτι που συνήθως τρώω ή χρησιμοποιώ
I’m off drugs.
- Έχω κόψει τα ναρκωτικά.
- (off in/off by) έξω σε, που δεν είναι σωστό ή ακριβές, είναι λάθος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | off |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | offs |
| αόριστος | offed |
| παθητική μετοχή | offed |
| ενεργητική μετοχή | offing |
off (en) (αμερικανική σημασία, ανεπίσημο)
- σκοτώνω κάποιον
She offed her husband.
- Σκότωσε τον άντρα της.
Πηγές
[επεξεργασία]- off (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- off (adverb) - Oxford Learner's Dictionaries
- off (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- off (preposition) - Oxford Learner's Dictionaries
- off (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- off < (άμεσο δάνειο) αγγλική off
Επίθετο
[επεξεργασία]off (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο
- (στη ραδιοφωνία ή την τηλεόραση) κρυφός, που δεν ακούγεται ή λέγεται δημόσια
- (λέγεται για) κάτι που ακούγεται χωρίς να φαίνεται αυτός που το λέει
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Αγγλική γλώσσα
- Επιρρήματα (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Επιρρήματα χωρίς παραθετικά (αγγλικά)
- Προθέσεις (αγγλικά)
- Ανεπίσημοι όροι (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'ask' (αγγλικά)
- Αμερικανικές σημασίες για αγγλικούς όρους (αγγλικά)
- Δάνεια από τα αγγλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Επίθετα (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)