Μετάβαση στο περιεχόμενο

off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

off (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. χρησιμοποιείται για να πει ότι κάτι αφαιρέθηκε ή χωρίστηκε
    παράδειγμα  He shaved his beard off.
    Ξύρισε τα γένια του.
    παράδειγμα  Take your coat off.
    Βγάλε το παλτό σου.
    παράδειγμα  The label must have fallen off.
    Η ετικέτα θα έπεσε.
    παράδειγμα  Don't leave the toothpaste with the top off (=open).
    Μην αφήνεις την οδοντόκρεμα με το καπάκι ανοιχτό.
  2. κλειστός, που δεν λειτουργεί
    παράδειγμα  Before you go, make sure all the lights are off.
    Πριν φύγεις σιγουρέψου ότι όλα τα φώτα είναι κλειστά.
    παράδειγμα  The radio is off.
    Το ράδιο είναι κλειστό.
  3. μακριά από ένα μέρος· σε απόσταση στο χώρο ή στο χρόνο
    παράδειγμα  Easter/London is not far off.
    Το Πάσχα/Το Λονδίνο δεν είναι μακριά.
    παράδειγμα  Vacation is not very far off.
    Οι διακοπές δεν απέχουν πολύ.
    παράδειγμα  The city is five miles off.
    Η πόλη απέχει πέντε μίλια.
    παράδειγμα  It’s a ways off.
    Απέχει πολύ.
    παράδειγμα  He is off to New York.
    Έχει πάει στη Νέα Γόρκη.
    παράδειγμα  Off we go!
    Φύγαμε/Πάμε!
  4. άδεια, αδειούχος, εκτός δουλειάς ή καθήκοντος
    παράδειγμα  She is off today.
    Είναι σε άδεια σήμερα./Έχει άδεια σήμερα.
    παράδειγμα  How many days off did you take?
    Πόσες μέρες πήρες άδεια;
    παράδειγμα  I've got three days off next week.
    Έχω τρεις μέρες άδεια την επόμενη εβδομάδα.
    παράδειγμα  Employees are entitled to one month of vacation off.
    Οι υπάλληλοι δικαιούνται να πάρουν ένα μήνα άδεια διακοπών.
    παράδειγμα  Many employees are off during the summer months.
    Πολλοί υπάλληλοι τους θερινούς μήνες είναι αδειούχοι.
  5. ξεκινάω μία κούρσα
    παράδειγμα  They’re off! (=the race has begun)
    Ξεκίνησαν! (=άρχισε η κούρσα)
  6. που έχει έκπτωση
    παράδειγμα  All shirts are 10 percent off.
    Όλα τα πουκάμισα έχουν έκπτωση 10%.
    παράδειγμα  They give 5% off for cash payments.
    Δίνουν έκπτωση 5% για πληρωμές τοις μετρητοίς.
  7. ακυρώνομαι, δεν θα γίνω
    παράδειγμα  The concert is off due to thunderstorms.
    Η συναυλία ακυρώθηκε λόγω καταιγίδων.
    παράδειγμα  The wedding is off.
    Ο γάμος δεν θα γίνει.
  8. έξω, που δεν είναι σωστό ή ακριβές, είναι λάθος
    παράδειγμα  You aren’t far off.
    Δεν έχεις πέσει πολύ έξω.
     συνώνυμα: out

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Πρόθεση

[επεξεργασία]

off (en)

  1. από, κάτω ή μακριά από ένα μέρος· σε απόσταση στο χώρο ή στο χρόνο
    παράδειγμα  I fell off the ladder.
    Έπεσα από τη σκάλα.
    παράδειγμα  The ball rolled off the table.
    Η μπάλα κύλησε από το τραπέζι.
    παράδειγμα  Cut another slice off the loaf.
    Κόψε άλλη μια φέτα από το καρβέλι.
    παράδειγμα  He lost control of the car and fell off the cliff.
    Έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έπεσε από τον γκρεμό.
    παράδειγμα  They were still 100 meters off the summit.
    Ήταν ακόμα 100 μέτρα μακριά από την κορυφή.
    παράδειγμα  It’s an island off the coast of Spain.
    Είναι ένα νησί στα ανοιχτά των ακτών της Ισπανίας./Είναι ένα νησί σε απόσταση από τις ακτές της Ισπανίας.
    παράδειγμα  Keep off the grass!
    Μην πατάτε/Μην πλησιάζετε το γρασίδι!
    παράδειγμα  Easter/London is not far off.
    Το Πάσχα/Το Λονδίνο δεν είναι μακριά.
    παράδειγμα  Scientists are still a long way off from finding a cure.
    Οι επιστήμονες απέχουν ακόμα πολύ από το να βρουν μια θεραπεία.
    παράδειγμα  It is not far off.
    Δεν απέχει πολύ.
  2. από, χρησιμοποιείται για να πει ότι κάτι έχει αφαιρεθεί
    παράδειγμα  I am taking a door off its hinges.
    Βγάζω μια πόρτα από τους μεντεσέδες του.
    παράδειγμα  You need to take the top off the bottle first!
    Πρέπει να βγάλεις το καπάκι από το μπουκάλι πρώτα!
    παράδειγμα  I want about an inch off the back of my hair.
    Θέλω περίπου μια ίντσα από την πίσω πλευρά των μαλλιών μου.
  3. η άδεια, είμαι εκτός δουλειάς ή καθήκοντος
    παράδειγμα  He’s had ten days off school.
    Έχει πάρει δέκα μέρες άδεια από το σχολείο.
  4. από την τιμή, κάνω έκπτωση στην τιμή
    παράδειγμα  Can you take anything off the price?
    Μπορείς να κόψεις τίποτα από την τιμή;
    παράδειγμα  We’ll take twenty euros off the price.
    Θα κάνουμε έκπτωση είκοσι ευρώ στην τιμή.
  5. κοντά σε, λίγο πιο πέρα από, που συνδέεται με κάτι, που οδηγεί μακριά από κάτι, για παράδειγμα έναν δρόμο ή ένα δωμάτιο
    παράδειγμα  We live off Main Street. (=We live on a street which starts at Main Street.)
    Μένουμε κοντά στον Κεντρικό Δρόμο./Μένουμε λίγο πιο πέρα από τον Κεντρικό Δρόμο. (=Μένουμε σε έναν δρόμο που ξεκινά από τον Κεντρικό Δρόμο.)
    παράδειγμα  It’s a back road off the main road.
    Είναι ένα δρομάκι που ξεκινάει από το κύριο δρόμο.
    παράδειγμα  There’s a bathroom off the main bedroom.
    Υπάρχει ένα μπάνιο που συνδέεται με την κύρια κρεβατοκάμαρα.
  6. (ανεπίσημο) από κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  I got it off a website somewhere.
    Το βρήκα από κάποιον ιστότοπο κάπου.
  7. έχω κόψει κάτι που συνήθως τρώω ή χρησιμοποιώ
    παράδειγμα  I’m off drugs.
    Έχω κόψει τα ναρκωτικά.
  8. (off in/off by) έξω σε, που δεν είναι σωστό ή ακριβές, είναι λάθος
    παράδειγμα  I was off in my calculations.
    Έπεσα έξω στους υπολογισμούς μου.
     συνώνυμα: out

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας off
γ΄ ενικό ενεστώτα offs
αόριστος offed
παθητική μετοχή offed
ενεργητική μετοχή offing

off (en) (αμερικανική σημασία, ανεπίσημο)

  • σκοτώνω κάποιον
    παράδειγμα  She offed her husband.
    Σκότωσε τον άντρα της.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
off < (άμεσο δάνειο) αγγλική off

Επίθετο

[επεξεργασία]

off (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. (στη ραδιοφωνία ή την τηλεόραση) κρυφός, που δεν ακούγεται ή λέγεται δημόσια
  2. (λέγεται για) κάτι που ακούγεται χωρίς να φαίνεται αυτός που το λέει

Συγγενικά

[επεξεργασία]