Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


part (en)

  1. μέρος, τμήμα ενός συνόλου, μερίδα
    Gaul is divided into three parts.
     συνώνυμα: portion, component, element
  2. μέρος, συστατικό στοιχείο
    The parts of a chainsaw include the chain, engine, and handle.
  3. η δουλειά, το καθήκον που έχει κάποιος όταν συμμετέχει σε κάτι συλλογικό
    to do one’s part
  4. μερίδιο (κέρδους)
    I want my part of the bounty.
  5. ρόλος σε θεατρικό έργο
    We all have a part to play.
     συνώνυμα: role
  6. μέρος (σε αναλογίες)
    The mixture comprises one part sodium hydroxide and ten parts water.
  7. 3.5 εκατοστά του λίτρου (για συστατικά ενός υγρού διαλύματος)
  8. μέρος, τμήμα εγγράφου
    Please turn to Part I, Chapter 2.
  9. (ΗΠΑ) η χωρίστρα
    The part of his hair was slightly to the left.
     συνώνυμα: parting (ΗΒ)
  10. (μουσική) η μελωδία που παίζει ένα συγκεκριμένο όργανο σε ένα πολυφωνικό έργο
    The first violin part in this concerto is very challenging.
  11. μέρος χώρας; περιοχή
    • 1590, Edmund Spenser, The Faerie Queene,
      the Faery knight / Besought that Damzell suffer him depart, / And yield him readie passage to that other part.
  12. μέρος, πλευρά σε διάλογο, αντιπαράθεση
    • 1603, John Florio, μετάφραση των «Δοκιμίων» του Michel de Montaigne, II.15:
      the fruition of life cannot perfectly be pleasing unto us, if we stand in any feare to lose it. A man might nevertheless say on the contrary part, that we embrace and claspe this good so much the harder, and with more affection, as we perceive it to be less sure, and feare it should be taken from us.



Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]




      ενικός         πληθυντικός  
part parts

part (fr) θηλυκό

  1. το μέρος, το κομμάτι, το μερίδιο
    il veut une part du gateau - θέλει ένα κομμάτι από το γλυκό ((μεταφορικά) θέλει ένα μερίδιο από τα κέρδη)
  2. ο ρεφενές