μερίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μερίδα μερίδες
γενική μερίδας μερίδων
αιτιατική μερίδα μερίδες
κλητική μερίδα μερίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μερίδα < αρχαία ελληνική μερίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μερίδα θηλυκό (πληθυντικός μερίδες)

  1. τμήμα ενός συνόλου
    μια μερίδα των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος δεν θεωρεί σωστά τα μέτρα
  2. ποσότητα από το σύνολο ενός φαγώσιμου που αναλογεί σε κάθε άτομο ενός συνόλου
    χώρισα την τούρτα σε τόσες μερίδες όσες και οι καλεσμένοι αλλά βγαίνουν μικρές
  3. (ειδικότερα) η συγκεκριμένη ποσότητα του κάθε φαγώσιμου που σερβίρεται στα καταστήματα σαν μονάδα
    πάντα παραγγέλνω μια μερίδα φέτα ξεχωριστά από τη σαλάτα
    στο καινούριο εστιατόριο χρεώνουν τη μερίδα πιο ακριβά ενώ είναι μικρότερη απ' του κυρ Κώστα
  4. (λογιστική) ο λογιστικός λογαριασμός που σχετίζεται με έναν συναλλασσόμενο ή ένα εμπόρευμα

Εκφράσεις[]

  • μερίδα εστιατορίου: ειρωνική έκφραση για μικρή μερίδα φαγητού
  • μερίδα του λέοντος: το καλλίτερο ή και μεγαλύτερο κομμάτι που παίρνει κάποιος λόγω του ότι θεωρείται ισχυρότερος
  • μισή μερίδα: χαρακτηρισμός, οικείος ή ειρωνικός, για μικρόσωμο άτομο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]