ρεφενές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρεφενές ρεφενέδες
γενική ρεφενέ ρεφενέδων
αιτιατική ρεφενέ ρεφενέδες
κλητική ρεφενέ ρεφενέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρεφενές < τουρκική refene < περσική عارفانه (arefaneh)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾɛ.fɛ.ˈnɛs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρεφενές αρσενικό

  1. το ατομικό μερίδιο σε μια συλλογική δαπάνη για φαγητό, διασκέδαση κλπ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]