impart

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

impart (en)

  1. μεταλαμπαδεύω, μεταδίδω γνώσεις, πληροφορίες, ικανότητες
  2. προσδίδω μια ιδιαίτερη ποιότητα σε κάτι