μεταλαμπαδεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταλαμπαδεύω < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή μεταλαμπαδεύω (δίνω τον πυρσό μου σε άλλον)[1]

Ρήμα[επεξεργασία]

μεταλαμπαδεύω, αόρ.: μεταλαμπάδευσα, παθ.φωνή: μεταλαμπαδεύομαι, π.αόρ.: μεταλαμπαδεύτηκα

  • (λόγιο, μεταφορικά) μεταδίδω παράδοσεις, ήθη, έθιμα και γνώσεις σε άλλους ανθρώπους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταλαμπαδεύω < μετα- + λαμπαδεύω (ανάβω ή παραδίδω πυρσό)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεταλαμπαδεύω θηλυκό

  • (ελληνιστική κοινή) δίνω τον πυρσό μου σε άλλον, μεταδίδω σε άλλον
    ※  Πλάτων μὲν οὖν ἐν τοῖς ἐκτὸς ἀγαθοῖς τάττει τὸν γάμον, ἐπισκευάσας τὴν ἀθανασίαν τοῦ γένους ἡμῶν καὶ οἱονεὶ διαμονήν τινα παισὶ παίδων μεταλαμπαδευομένην
    Ο Πλάτων τοποθετεί τον γάμο στα αγαθά [πράγματα], καθώς παρέχει την αθανασία τους γένους μας και μια συνέχεια που μεταλαμπαδεύεται στα παιδιά των παιδιών
    (Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, Τῶν κατὰ τὴν ἀληθῆ φιλοσοφίαν γνωστικῶν ὑπομνημάτων, Κεφ.23 @catholiclibrary)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • σελ.217 - Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης - 5ος τόμος - Henry G. Liddell, Robert Scott. (μετάφραση στα ελληνικά). Εκδ.Πελεκάνος