go out

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας go out
γ΄ ενικό ενεστώτα goes out
αόριστος went out
παθητική μετοχή gone out
ενεργητική μετοχή going out

Ετυμολογία [επεξεργασία]

go out < → δείτε τις λέξεις go και out

Ρήμα[επεξεργασία]

go out (en)

  • βγαίνω, ξενυχτίζω, ξενυχτώ
    If you go out every night, then you won’t get up for work.
    Άμα ξενυχτάς κάθε βράδι, μετά δεν έχεις σηκωμό για τη δουλειά.