loom

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

loom (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

loom (en)

the election day looms
while the recession loomed, the government stayed inactive
  • loom large: προκαλώ φόβο, ανησυχία
the shadow of the dead king loomed large in the palace

Εσθονικά (et) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

loom (et)