loom

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

loom (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

loom (en)

the election day looms
while the recession loomed, the government stayed inactive
  • loom large: προκαλώ φόβο, ανησυχία
the shadow of the dead king loomed large in the palace

Εσθονικά (et) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

loom (et)