Μετάβαση στο περιεχόμενο

crop up

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας crop up
γ΄ ενικό ενεστώτα crops up
αόριστος cropped up
παθητική μετοχή cropped up
ενεργητική μετοχή cropping up

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
 δείτε τις λέξεις crop και up

crop up (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]