break out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | break out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | breaks out |
| αόριστος | broke out |
| παθητική μετοχή | broken out |
| ενεργητική μετοχή | breaking out |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]break out (en)
- (αμετάβατο) ξεσπάω, εμφανίζομαι, εκρήγνυμαι, αρχίζω ξαφνικά
- (αμετάβατο) δραπετεύω, το σκάω
- (μεταβατικό, ανεπίσημο) φέρνω κάτι, ετοιμάζω κάτι για χρήση
Πηγές
[επεξεργασία]- break out - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 248, 610. ISBN 9780194325684., λήμμα: δραπετεύω, ξεσπώ