είναι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- είναι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἶναι, σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Sein, γαλλική être.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]είναι ουδέτερο άκλιτο
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- είναι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔναι, ἔνι < αρχαία ελληνική ἐστί.
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]είναι
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
- γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Διαλεκτικοί τύποι
[επεξεργασία]- έναι (ιδιωματικό)
- ene (κατωιταλικά)
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- είναι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- είναι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Φιλοσοφία (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)