Μετάβαση στο περιεχόμενο

είναι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: οίνε, εἶναι, εἷναι, οἶνε

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
είναι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἶναι, σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Sein, γαλλική être.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈi.ne/
τυπογραφικός συλλαβισμός: είναι
ομόηχο: οίνε

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

είναι ουδέτερο άκλιτο

  1. η κατάσταση της ύπαρξης, το να υπάρχει κάποιος
  2. ψυχή, ψυχισμός
  3. (μεταφορικά) το πιο πολύτιμο πράγμα για κάποιο πρόσωπο
    παράδειγμα Είσαι το είναι μου!
     συνώνυμα: ζωή
  4. (φιλοσοφία) πραγματικότητα, αληθινή υπόσταση
    παράδειγμα Φαίνεσθαι και είναι.
     συνώνυμα: γίγνεσθαι

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
είναι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔναι, ἔνι < αρχαία ελληνική ἐστί.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

είναι

  1. γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
  2. γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Διαλεκτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]