σύκο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σύκο | τα | σύκα |
| γενική | του | σύκου | των | σύκων |
| αιτιατική | το | σύκο | τα | σύκα |
| κλητική | σύκο | σύκα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σύκο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῦκον
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈsi.ko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σύ‐κο
- ομόηχο: σήκω
- τονικό παρώνυμο: σηκό
- παρώνυμο: φίκο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σύκο ουδέτερο
- (φρούτο) ο καρπός της συκιάς
- ※ Όταν πια ο μπαρμπέρης κόψει το ενοχλητικό δέρμα και το δείξει σ' όλη την ομήγυρη, τότε η μητέρα κερνάει τους καλεσμένους χουσάφι. Αυτό είναι ένα ειδικό γλύκισμα φτιαγμένο από στάρι, σταφίδες, χουρμάδες, σύκα και ξερά φασόλια που τα βράζουν όλα μαζί για πολλές ώρες. (Κώστας Ακριβός, Καιρός για θαύματα, εκδ. Κέδρος, 2005, σελ. 122)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη φίκος
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
σύκο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σύκο
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φρούτα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)