συκοφαντώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συκοφαντώ < συκοφαντῶ < αρχαία ελληνική συκοφαντέω < συκοφάντης + jω < σύκο και φαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συκοφαντώ : κατηγορώ δημοσίως κάποιον άδικα, ψευδώς, ανακριβώς, για κάτι που δεν φταίει, τον διασύρω (συνήθως εν γνώσει μου για το αναληθές της καταγγελίας), τον δυσφημίζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

συκοφαντέω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]