αστήρικτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀστήρικτος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αστήρικτος αστήρικτη αστήρικτο
γενική αστήρικτου αστήρικτης αστήρικτου
αιτιατική αστήρικτο αστήρικτη αστήρικτο
κλητική αστήρικτε αστήρικτη αστήρικτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αστήρικτοι αστήρικτες αστήρικτα
γενική αστήρικτων αστήρικτων αστήρικτων
αιτιατική αστήρικτους αστήρικτες αστήρικτα
κλητική αστήρικτοι αστήρικτες αστήρικτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστήρικτος < ελληνιστική κοινή ἀστήρικτος (2.σημασιολογικό δάνειο από γαλλική insoutenable)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αστήρικτος, -η, -ο

  1. που δεν στηρίζεται κάπου, που δεν έχει φυσικό έρεισμα, στήριγμα ή στήριξη
  2. που δεν στηρίζεται κάπου, που δεν έχει λογικό έρεισμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αβάσιμος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]