λογικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λογικό τα λογικά
      γενική του λογικού των λογικών
    αιτιατική το λογικό τα λογικά
     κλητική λογικό λογικά
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογικό < αρχαία ελληνική λογικόν

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογικό ουδέτερο

  1. η λογική, το μυαλό
    έχασε τα λογικά του


Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

λογικό