κατσίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατσίκι τα κατσίκια
      γενική του κατσικιού των κατσικιών
    αιτιατική το κατσίκι τα κατσίκια
     κλητική κατσίκι κατσίκια
Παράρτημα
κατσίκι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατσίκι < μεσαιωνική ελληνική κατσίκι < τουρκική keçi < παλαιά τουρκική eçkü < πρωτοτουρκική *kü- / *ke- (ή αλβανική kats)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατσίκι ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]