τραγικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | τραγικός | η | τραγική | το | τραγικό |
| γενική | του | τραγικού | της | τραγικής | του | τραγικού |
| αιτιατική | τον | τραγικό | την | τραγική | το | τραγικό |
| κλητική | τραγικέ | τραγική | τραγικό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | τραγικοί | οι | τραγικές | τα | τραγικά |
| γενική | των | τραγικών | των | τραγικών | των | τραγικών |
| αιτιατική | τους | τραγικούς | τις | τραγικές | τα | τραγικά |
| κλητική | τραγικοί | τραγικές | τραγικά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τραγικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τραγικός [1]
- σημασία «οδυνηρός, φοβερός» < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική tragique < λατινική tragicus < αρχαία ελληνική τραγικός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tɾa.ʝiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τρα‐γι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]τραγικός
- (λογοτεχνία)
- που αναφέρεται ή ανήκει στην τραγωδία
η τραγική ποίηση, οι τραγικοί ήρωες
- (στον πληθυντικό, ουσιαστικοποιημένο) «οι τραγικοί» (εννοείται: ποιητές)
οι τρεις τραγικοί: ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης
- που αναφέρεται ή ανήκει στην τραγωδία
- οδυνηρός, που προκαλεί μεγάλη συγκίνηση και πόνο
τραγικό περιστατικό- ※ Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr )
- πολύ σοβαρός, που είχε πολύ σοβαρές συνέπειες
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη τράγος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τραγικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- τραγικός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τραγικός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)