τρώγλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τρώγλη οι τρώγλες
      γενική της τρώγλης των τρωγλών
    αιτιατική την τρώγλη τις τρώγλες
     κλητική τρώγλη τρώγλες
όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρώγλη < αρχαία ελληνική τρώγλη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɾɔ.ɣli/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρώγλη θηλυκό

  1. σπηλιά στην οποία κατοικούσαν άνθρωποι χωρίς άλλη κατοικία
  2. (μειωτικό) ανήλια, στενή και σε κακή κατάσταση (υπόγεια) κατοικία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τρώγλη τρώγλα τρῶγλαι
Γενική τρώγλης τρώγλαιν τρωγλῶν
Δοτική τρώγλ τρώγλαιν τρώγλαις
Αιτιατική τρώγλην τρώγλα τρώγλας
Κλητική τρώγλη τρώγλα τρῶγλαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρώγλη < τρώγω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρώγλη

  1. διάβρωση ή τρύπα σε τοίχο, όπου κάνουν τη φωλιά τους ζώα, π.χ. ποντίκια (ποντικότρυπα)
  2. τρύπα, κοιλότητα
  3. τρύπα σε ένδυμα που έγινε από ζώα (π.χ. ποντίκια)
  4. σπηλιά