τρώγλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρώγλη τρώγλες
γενική τρώγλης τρωγλών
αιτιατική τρώγλη τρώγλες
κλητική τρώγλη τρώγλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρώγλη < αρχαία ελληνική τρώγλη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɾɔ.ɣli/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρώγλη θηλυκό

  1. (παρωχημένο) σπηλιά στην οποία κατοικούσαν άνθρωποι χωρίς άλλη κατοικία
  2. (μειωτικά) ανήλια, στενή και σε κακή κατάσταση (υπόγεια) κατοικία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τρώγλη τρώγλα τρῶγλαι
Γενική τρώγλης τρώγλαιν τρωγλῶν
Δοτική τρώγλ τρώγλαιν τρώγλαις
Αιτιατική τρώγλην τρώγλα τρώγλας
Κλητική τρώγλη τρώγλα τρῶγλαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρώγλη < τρώγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρώγλη

  1. διάβρωση ή τρύπα σε τοίχο, όπου κάνουν τη φωλιά τους ζώα, π.χ. ποντίκια (ποντικότρυπα)
  2. τρύπα, κοιλότητα
  3. τρύπα σε ένδυμα που έγινε από ζώα (π.χ. ποντίκια)
  4. σπηλιά