ποντικότρυπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποντικότρυπα ποντικότρυπες
γενική ποντικότρυπας
αιτιατική ποντικότρυπα ποντικότρυπες
κλητική ποντικότρυπα ποντικότρυπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποντικότρυπα < ποντικός + τρύπα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποντικότρυπα θηλυκό

  1. τρύπα που αποτελεί την είσοδο ποντικοφωλιάς
  2. (κατ’ επέκταση) η ποντικοφωλιά, η φωλιά του ποντικιού
  3. (μεταφορικά) πολύ μικρός, στενός χώρος
    το σπίτι του είναι ποντικότρυπα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]