τρύπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρύπα τρύπες
γενική τρύπας τρυπών
αιτιατική τρύπα τρύπες
κλητική τρύπα τρύπες
Μια τρύπα σε βράχο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τρύπα < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈtɾi.pa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τρύπα θηλυκό

  1. κενός χώρος, κοιλότητα ή άνοιγμα σε ένα στερεό σώμα

Εκφράσεις[]

  • κάνω μια τρύπα στο νερό : κάνω κάτι ανώφελο, που δε χρησιμεύει σε κάτι

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]