γεωτρύπανο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Διάγραμμα γεωτρυπάνου διαφόρων χρήσεων, για ανεύρεση νερού, πετρελαίου κ.λπ.


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γεωτρύπανο γεωτρύπανα
γενική γεωτρύπανου γεωτρύπανων
αιτιατική γεωτρύπανο γεωτρύπανα
κλητική γεωτρύπανο γεωτρύπανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεωτρύπανο < (καθαρεύουσα) γεωτρύπανον < γῆ και τρύπανον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεωτρύπανο ουδέτερο

  1. μεγάλο τρυπάνι που χρησιμοποιείται για να ανοίγει οπές στο έδαφος, το κομπρεσέρ.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]