Μετάβαση στο περιεχόμενο

γεω-

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝe.o-/ και /ʝeˈo-/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γεω- ή γεώ-

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
γεω- < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα γεω- < αρχαία ελληνική γεω- < γηο-.

Πρόθημα

[επεξεργασία]

γεω-, γεώ-

  • πρώτο συνθετικό λέξεων που έχουν σχέση με την γη

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
γεω- < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γεω- < γηο-.

Πρόθημα

[επεξεργασία]

γεω-, γεώ- (καθαρεύουσα)

  • πρώτο συνθετικό λέξεων που έχουν σχέση με την γη

Σύνθετα

[επεξεργασία]