Μετάβαση στο περιεχόμενο

γεωοικονομία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γεωοικονομία οι γεωοικονομίες
      γενική της γεωοικονομίας των γεωοικονομιών
    αιτιατική τη γεωοικονομία τις γεωοικονομίες
     κλητική γεωοικονομία γεωοικονομίες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γεωοικονομία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική geoeconomics < αρχαία ελληνική γεω- + οἰκονομία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γεωοικονομία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • γεωοικονομία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)