οπή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οπή οπές
γενική οπής οπών
αιτιατική οπή οπές
κλητική οπή οπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπή < αρχαία ελληνική ὀπή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ˈpi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οπή θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]