Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρυποκάρυδος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τρυποκάρυδος οι τρυποκάρυδοι
      γενική του τρυποκάρυδου των τρυποκάρυδων
    αιτιατική τον τρυποκάρυδο τους τρυποκάρυδους
     κλητική τρυποκάρυδε τρυποκάρυδοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρυποκάρυδος < τρυποκάρυδο + -ος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τρυποκάρυδος αρσενικό

  1. (πτηνό, μεταφορικά) άλλη μορφή του τρυποκάρυδο
  2. (πτηνό, καταχρηστικά) ο δρυοκολάπτης

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • τρυποκάρυδος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  • τρυποκάρυδος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)