Μετάβαση στο περιεχόμενο

καρυδιά

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Καρυδιά

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καρυδιά οι καρυδιές
      γενική της καρυδιάς των καρυδιών
    αιτιατική την καρυδιά τις καρυδιές
     κλητική καρυδιά καρυδιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Φύλλα και καρποί της καρυδιάς.
Έπιπλο από καρυδιά.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καρυδιά < καρύδ(ι) + -ιά[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.ɾiˈˈði̯a/
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐ρυ‐διά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καρυδιά θηλυκό

  1. (δέντρο) το φυλλοβόλο δέντρο του γένους Juglans, με μεγάλα φύλλα και με καρπό το καρύδι· καλλιεργείται και για το καρπό και για το ξύλο του
  2. το ξύλο αυτού του δέντρου
    έφτιαξε τραπεζαρία από καρυδιά

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]