κουμπότρυπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μια κουμπότρυπα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουμπότρυπα οι κουμπότρυπες
      γενική της κουμπότρυπας των κουμποτρυπών
    αιτιατική την κουμπότρυπα τις κουμπότρυπες
     κλητική κουμπότρυπα κουμπότρυπες
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουμπότρυπα < κουμπί + τρύπα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουμπότρυπα θηλυκό

  1. σχισμή μέσα στην οποία περνάει ένα κουμπί για να συνδεθούν δύο μέρη ενός ρούχου
    έβαλε ένα γαρύφαλλο στην κουμπότρυπα του σακακιού
  2. (αργκό) μαχαιριά (στη γλώσσα των κακοποιών)
    "του 'κανε δυο κουμπότρυπες" (= του έριξε δυο μαχαιριές)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]