μυωπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μυωπία μυωπίες
γενική μυωπίας μυωπιών
αιτιατική μυωπία μυωπίες
κλητική μυωπία μυωπίες
η χρήση κατάλληλου φακού διορθώνει τη μυωπία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μυωπία < ελληνιστική κοινή μυωπία < μύω + ὤψ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mi.ɔ.ˈpi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μυωπία θηλυκό

  • (ιατρική): ανωμαλία της όρασης εξαιτίας της οποίας ο πάσχων δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά τα μακρινά αντικείμενα, επειδή το είδωλο σχηματίζεται μπροστά από τον αμφιβληστροειδή και όχι επάνω σ' αυτόν
γυαλιά μυωπίας
μυωπία δύο βαθμών

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπερώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μυωπία μυωπία μυωπίαι
Γενική μυωπίας μυωπίαιν μυωπιῶν
Δοτική μυωπί μυωπίαιν μυωπίαις
Αιτιατική μυωπίαν μυωπία μυωπίας
Κλητική μυωπία μυωπία μυωπίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. μυωπία < μῦς + ὀπή (το ω (μυωπία) εξηγείται με τον αρχαιοελληνικό φωνητικό νόμο της συνθετικής έκτασης)
  2. μυωπία < μύω + ὤψ

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

μυωπία θηλυκό

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

μυωπία θηλυκό