υπερμετρωπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερμετρωπία υπερμετρωπίες
γενική υπερμετρωπίας υπερμετρωπιών
αιτιατική υπερμετρωπία υπερμετρωπίες
κλητική υπερμετρωπία υπερμετρωπίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερμετρωπία < υπέρ (πιο πέρα) + μέτρον + ὤψ (γεν. ὠπός = οφθαλμός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπερμετρωπία θηλυκό

  • (ιατρική): ανωμαλία της όρασης εξαιτίας της οποίας ο πάσχων δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά τα κοντινά αντικείμενα, επειδή το είδωλο σχηματίζεται πίσω από τον αμφιβληστροειδή και όχι επάνω σ' αυτόν

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]