ανωμαλία

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανωμαλία ανωμαλίες
γενική ανωμαλίας ανωμαλιών
αιτιατική ανωμαλία ανωμαλίες
κλητική ανωμαλία ανωμαλίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

ανωμαλία < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ανωμαλία θηλυκό

  1. αφύσικη συμπεριφορά ή πράξη
  2. μη αποδεκτή κοινωνικά συμπεριφορά
  3. (φυσική) ιδιομορφία, σημειακότητα, μονοσημία, υπέρπυκνο θεωρητικό εκφυλιστικό σωματίδιο στο κέντρο μαύρων τρυπών ή σωματιδίων μεγάλων εκρήξεων, η εσφαλμένη "μοναδικότητα" που λόγω της ολογραφικής αρχής έχει καταρριφθεί
    • ιδιομορφία, η υποσημειακότητα λάθος εκφρασμένη από μεγάλης ηλικίας ακαδημαϊκούς που δεν την μελέτησαν ή αγνοούν την ολογραφική αρχή και τους κανόνες που αυτή επιβάλλει
  4. (γεωμετρία), (μαθηματικά) ιδιομορφία, σημειακότητα

Σημειώσεις[edit]

στις επιστήμες λέμε "ιδιομορφία" λόγω ευγένειας (δεν λέμε πια ανωμαλία)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]