ανώμαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανώμαλος < αν- στερητικό + ομαλός

Open book 01.svg Επίθετο[]

ανώμαλος, -η, -ο

  1. που δεν ακολουθεί τον κανόνα, που παρεκκλίνει από αυτό που θεωρείται κανονικό ή φυσιολογικό
  2. (γραμματική) για λέξεις που κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο και δεν ακολουθούν τα συνήθη πρότυπα σχηματισμού κλιτών τύπων
    λεξικό ανωμάλων ρημάτων
  3. χωρίς σταθερό ρυθμό, με απρόβλεπτες διακυμάνσεις
  4. που παρουσιάζει εμπόδια
    ο δρόμος ήταν ανώμαλος, γεμάτος λακούβες
  5. που διεξάγεται με πολλές δυσκολίες και χωρίς να υπάρχουν οι συνήθεις συνθήκες
    το αεροπλάνο αναγκάστηκε να κάνει ανώμαλη προσγείωση
  6. (για ανθρώπους) σεξουαλικά διεστραμμένος
  7. μειωτικός χαρακτηρισμός για τους ομοφυλόφιλους

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανώμαλος αρσενικό

32πχ Μεταφράσεις[]