ψυχανώμαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψυχανώμαλος ψυχανώμαλη ψυχανώμαλο
γενική ψυχανώμαλου ψυχανώμαλης ψυχανώμαλου
αιτιατική ψυχανώμαλο ψυχανώμαλη ψυχανώμαλο
κλητική ψυχανώμαλε ψυχανώμαλη ψυχανώμαλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχανώμαλοι ψυχανώμαλες ψυχανώμαλα
γενική ψυχανώμαλων ψυχανώμαλων ψυχανώμαλων
αιτιατική ψυχανώμαλους ψυχανώμαλες ψυχανώμαλα
κλητική ψυχανώμαλοι ψυχανώμαλες ψυχανώμαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχανώμαλος < ψυχή + ανώμαλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχανώμαλος -η -ο

  1. (στον προφορικό λόγο) (για πρόσωπο) που παρουσιάζει προβληματική συμπεριφορά εξαιτίας ψυχικής διαταραχής

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Η λέξη δεν αποτελεί ιατρικό όρο.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]