Μετάβαση στο περιεχόμενο

anomalie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
anomalie anomalies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

anomalie (fr) θηλυκό