ποντίκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ποντίκι | τα | ποντίκια |
| γενική | του | ποντικιού | των | ποντικιών |
| αιτιατική | το | ποντίκι | τα | ποντίκια |
| κλητική | ποντίκι | ποντίκια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποντίκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ποντίκιον < υποκοριστικό του ποντικός < ποντικός μῦς (ποντίκι από τον Πόντο, τη Μαύρη Θάλασσα)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ponˈdi.ci/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πο‐ντί‐κι
- τονικό παρώνυμο: ποντικί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]
ποντίκι ουδέτερο
- (θηλαστικό ζώο) μικρό τρωκτικό ζώο που ζει στις πόλεις, στους αγρούς και στα σπίτια
- (ανατομία)
- μυς του σώματος που μεταβάλλει αρκετά το σχήμα της εξωτερικής επιφάνειας όταν χρησιμοποιείται
- ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑, Μικρά Αγγλία, (1997), [μυθιστόρημα]
- Μπορεί να ήταν οι αναθυμιάσεις, ανάβουνε με την υγρασία τα στάρια και στο χαπιάρισμα γίνονται ζαβομάρες, μπορεί και να ’φταιγε το παστό, καούρα τον έπιασε τον Σάββα Σαλταφέρο, μα δεν του πήγαινε ν’ αφήσει μονάχο τον Νικηφόρο στο αμπάρι, αγγάρεψε το βαφτιστηράκι του και τον Στέλιο, με πλάτες, ποντίκια κι οι δυο, πιάστε να τον αποθέσουμε στην πλώρη, δέκα λεπτών δουλειά.
Συνεχώς φουσκώνει και επιδεικνύει τα γυμνασμένα του ποντίκια.- ≋ ταυτόσημα: μυς
- ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑, Μικρά Αγγλία, (1997), [μυθιστόρημα]
- (ειδικότερα) ο δικέφαλος βραχιόνιος μυς όταν σφίγγεται
Για κάνε να δω αν έχεις καθόλου ποντίκι.
- μυς του σώματος που μεταβάλλει αρκετά το σχήμα της εξωτερικής επιφάνειας όταν χρησιμοποιείται
- (πληροφορική) μικρή συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης [1][2]
Μαζί με το πληκτρολόγιο, αγόρασε και ένα καινούριο εργονομικό ποντίκι.
- τμήμα από το κάτω μέρος του ποδιού μοσχαριού
Είπε στο χασάπη να του κόψει κι ένα κιλό ποντίκι.
- (μεταφορικά) ο νέος στρατιώτης
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- τρώγονται σαν τη γάτα με το ποντίκι: τσακώνονται διαρκώς
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
το ζώο στη Βικιπαίδεια

-
η συσκευή στη Βικιπαίδεια

- μυς
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] είδος τρωκτικού
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Ποντίκι (υπολογιστή). Προσπέλαση 2020-05-13.
- ↑ Ποντίκι - mouse (υπολογιστή). Προσπέλαση 2020-05-13.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θηλαστικά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Καρυστιάνη (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)