ποντίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποντίκι ποντίκια
γενική ποντικιού ποντικιών
αιτιατική ποντίκι ποντίκια
κλητική ποντίκι ποντίκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποντίκι < μεσαιωνική ελληνική ποντίκιον < υποκοριστικό του ποντικός < ποντικός μῦς (ποντίκι από τον Πόντο, την Μαύρη Θάλασσα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔn.ˈdi.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα ποντίκι που δαγκώνει
ένα ποντίκι που δεν δαγκώνει

ποντίκι ουδέτερο

  1. (ζωολογία) μικρό τρωκτικό ζώο που ζει στις πόλεις, στους αγρούς και στα σπίτια
    Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο ποντικός, μυς
  2. μυς του σώματος που μεταβάλλει αρκετά το σχήμα της εξωτερικής επιφάνειας όταν χρησιμοποιείται
    Συνεχώς φουσκώνει και επιδεικνύει τα γυμνασμένα του ποντίκια.
    Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο μυς
    • (ειδικότερα) ο δικέφαλος βραχιόνιος μυς όταν σφίγγεται
      για κάνε να δω αν έχεις καθόλου ποντίκι
  3. μικρή συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης
    Μαζί με το πληκτρολόγιο, αγόρασε και ένα καινούριο εργονομικό ποντίκι.
  4. τμήμα από το κάτω μέρος του ποδιού μοσχαριού
    Είπε στο χασάπη να του κόψει κι ένα κιλό ποντίκι.
  5. (μεταφορικά) ο νέος στρατιώτης

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]