mus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- mus < (κληρονομημένο) πρωτοϊταλική *mūs < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *múHs. Συγγενή: αρχαία ελληνική μῦς, σανσκριτική मूष् (mū́ṣ), αγγλική mouse, γερμανική Maus, ρωσική мышь (myšʹ)[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mus (la) αρσενικό
Κλίση
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- mus - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Ολλανδικά (nl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mus (nl)
- (πτηνό) ο σπουργίτης
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mus (sv)
- (θηλαστικό ζώο) το ποντίκι
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊταλική (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊταλική (λατινικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (λατινικά)
- Λατινική γλώσσα
- Ουσιαστικά (λατινικά)
- Αντίστροφο λεξικό (λατινικά)
- Θηλαστικά (λατινικά)
- Ζώα (λατινικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (λατινικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (ολλανδικά)
- Ολλανδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ολλανδικά)
- Πτηνά (ολλανδικά)
- Ζώα (ολλανδικά)
- Σουηδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (σουηδικά)
- Θηλαστικά (σουηδικά)
- Ζώα (σουηδικά)