Μετάβαση στο περιεχόμενο

mus

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mus < (κληρονομημένο) πρωτοϊταλική *mūs < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *múHs. Συγγενή: αρχαία ελληνική μῦς, σανσκριτική मूष् (mū́ṣ), αγγλική mouse, γερμανική Maus, ρωσική мышь (myšʹ)[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mus (la) αρσενικό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. mus#Latin στο αγγλικό Βικιλεξικό



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mus (nl)



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mus (sv)