σπουργίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σπουργίτης οι σπουργίτες
      γενική του σπουργίτη των σπουργιτών
    αιτιατική τον σπουργίτη τους σπουργίτες
     κλητική σπουργίτη σπουργίτες
όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπουργίτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπουργίτης < ανάπτυξη προτακτικού σ- + αρχαία ελληνική πυργίτης από τη φράση «στρουθός πυργίτης», (λόγω της συνήθειας των πουλιών να φωλιάζουν σε κοιλώματα και τρύπες τειχών και πύργων) με τροπή [i] > [u] < πύργ(ος) + -ίτης[1] Το προτακτικό [s], από συμπροφορά με το άρθρο στην αιτιατική πληθυντικού ([tus p...] > [tusp..] > [tus sp...][2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /spuɾˈʝi.tis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σπουρ‐γί‐της
House sparrow04.jpg

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπουργίτης αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. «σπουργίτης» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.