idiot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

idiot (en)

  1. ο χαζός άνθρωπος, ο ηλίθιος
  2. (παρωχημένο) ιδιώτης, κάποιος με σοβαρή διανοητική καθυστέρηση



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

idiot < λατινική, idiota < ἰδιώτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

idiot (fr)

Mais quel idiot ! : μα τι χαζός άνθρωπος !

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

idiotie