daft

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

daft (en)

  • βλακώδης, χαζός, βλάκας, πιτουρόμυαλος, ανεγκέφαλος, παλαβός (με την έννοια χαζός)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • go daft: παλαβώνω, την είδα μαλά κας, μου την βάρεσε κι έκανα κάτι βλακώδες