Μετάβαση στο περιεχόμενο

dum

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
dum < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

dum (en)

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
dum < dumb, κατά την προφορά

Επίθετο

[επεξεργασία]

dum (en)



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dum < (λόγιο δάνειο) λατινική dum

Πρόθεση

[επεξεργασία]

dum (eo)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dum < λείπει η ετυμολογία

Επίρρημα

[επεξεργασία]

dum (εγκλιτικό)

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dum < de + um

Συγχώνευση

[επεξεργασία]

dum (pt) αρσενικό (θηλυκό duma)