τούβλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τούβλο τα τούβλα
      γενική του τούβλου των τούβλων
    αιτιατική το τούβλο τα τούβλα
     κλητική τούβλο τούβλα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τούβλο < μεσαιωνική ελληνική τούβλο(ν) < λατινική tubulus

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtu.vlo/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τούβλο ουδέτερο

  1. αντικείμενο που χρησιμεύει ως οικοδομικό υλικό· έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, κατασκευάζεται από πηλό και ψήνεται σε υψηλή θερμοκρασία
  2. (μεταφορικά, μειωτικό) άνθρωπος που δεν μπορεί να καταλάβει και να αφομοιώσει τα σχολικά μαθήματα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]