πυρότουβλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πυρότουβλο τα πυρότουβλα
      γενική του πυρότουβλου των πυρότουβλων
    αιτιατική το πυρότουβλο τα πυρότουβλα
     κλητική πυρότουβλο πυρότουβλα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρότουβλο < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική firebrick

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυρότουβλο ουδέτερο

  • είδος τούβλου που δεν παραμορφώνεται σε σχετικά ψηλές θερμοκρασίες, όπως αυτές που αναπτύσσονται στα τζάκια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]