πηλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική ο πηλός οι πηλοί τα πηλά
      γενική του πηλού των πηλών των πηλών
    αιτιατική τον πηλό τους πηλούς τα πηλά
     κλητική πηλέ πηλοί πηλά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηλός < αρχαία ελληνική πηλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πηλός αρσενικό

  • αργιλώδες υλικό, σε μορφή εύπλαστης λάσπης, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κεραμικών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηλός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πηλός αρσενικό δωρικός τύπος παλός

  1. πηλός
  2. (συνεκδοχικά) λάσπη
  3. (μεταφορικά) θολό κρασί

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]