πηλός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πηλός πηλοί
γενική πηλού πηλών
αιτιατική πηλό πηλούς
κλητική πηλέ πηλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηλός < αρχαία ελληνική πηλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πηλός αρσενικό

  1. αργιλώδες υλικό, σε μορφή εύπλαστης λάσπης, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κεραμικών

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηλός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πηλός αρσενικό δωρικός τύπος παλός

  1. πηλός
  2. (συνεκδοχικά) λάσπη
  3. (μεταφορικά) θολό κρασί